Είχα δώσει πριν από αρκετά χρόνια αυτή τη συνέντευξη στην Κατερίνα Πατεράκη. Την αναδημοσιεύω από το ψηφιακό τόπο wiki.kithara.gr

Ο φίλος Κώστας Τυμπακιανάκης, ένας εξαιρετικός μουσικός ο ίδιος, μου έλεγε μια μέρα ότι, εκείνο που διαφοροποιεί τους καλλιτέχνες από τους άλλους ανθρώπους είναι το ότι αυτοί καταφέρνουν να μην ξεχνούν το παιδί που κρύβουν μέσα τους.

Όταν γνώρισα την Εύα Ιεροπούλου, είχα ήδη ακούσει το «Πράσινο Μούσκαρι-ό», την πρώτη της δουλειά με παιδικά τραγούδια κι είχα κατενθουσιαστεί. Και, με τις πρώτες κουβέντες, θυμήθηκα την κουβέντα του Κώστα. Δεν ήταν τα τραγούδια της μόνο ξεχωριστά. Η ίδια, στις πιο απλές συζητήσεις έχει έναν τρόπο να σου μεταφέρει ένα απίστευτο παιδικό ενθουσιασμό. Να πλάθει με καθημερινά υλικά φανταστικούς, πολύχρωμους κόσμους και να σε μεταφέρει εκεί. Να κάνει κότες-ποιήτριες που απαγγέλλουν κάτω απ’ το φεγγάρι, μια πινακοθήκη άνω κάτω απ’ τη βροχή, τη χαμογελαστή Μόνα Λίζα να τσαλαβουτάει στα νερά, και τηγανητές πατάτες –μούσες στο πιο φλογερό ταγκό!

Μια νέα γυναίκα, μαμά δύο χαμογελαστών κοριτσιών, κάνει στη Βέροια μαζί με τον σύντροφό της, το συνθέτη Κώστα Μπραβάκη, δημιουργική δουλειά, που σίγουρα πιάνει τόπο, σε ένα τόπο που τη χρειάζεται. Διατηρούν ένα ωδείο, ζωντανό κύτταρο δημιουργικής έκφρασης και πολιτισμού και στέλνουν απ’ το Βορρά τραγούδια που ξεχειλίζουν εικόνες, χρώματα και φαντασία. Αλλά και υψηλή αισθητική.

Τραγούδια που είναι σημαντικό να υπάρχουν.

Άλλωστε, το παιδί που κρύβουμε μέσα μας, μεγαλώνει κάποτε. Κι αν δεν έχει μάθει να έχει στα αυτιά και στην καρδιά του το ωραίο, τότε σιγά σιγά κλείνει τα μάτια του και στο όνειρο.

Το «πράσινο Μούσκαρι-ό», ήταν η πρώτη σου δισκογραφική δουλειά. Ακολούθησαν «τα πως και τα γιατί». Θα μου πεις λίγο πως δημιουργήθηκαν;

Το «μούσκαρι-ό» αποτέλεσαν κάποια τραγούδια που συνολικά γράφτηκαν σε περίοδο 10 χρόνων. Κάποια, τα έγραψα στα πρώτα χρόνια στο πανεπιστήμιο, όταν δεν είχα καν ακόμη σκεφτεί ότι θ’ ασχοληθώ με τη μουσική επαγγελματικά. Κάποια άλλα, μου τα ζήτησαν τα παιδιά που είχα στις τάξεις της μουσικής προπαιδείας «Κυρία, ένα τραγούδι για ένα πιάνο που το βαράμε όλη την ώρα» ή κάπως έτσι! Έκαναν…. παραγγελιές, δίνοντας τον τίτλο! Ήταν εξαιρετική χαρά, πρώτη φορά τα ηχογραφούσαμε μαζί, τα παρουσιάζαμε στους γονείς, «και τώρα το τραγούδι του γ’ τμήματος», ήταν πάρα πολύ ωραία. Στο δεύτερο cd «Τα πως και τα γιατί», παρόλο που… δεν δούλευα με παραγγελίες (γέλια), τα παιδιά πήραν μέρος στην ηχογράφηση. Δεν διανοούνταν ότι θα γίνει cd χωρίς να λάβουν μέρος!

Είναι δηλαδή τα παιδιά το πρώτο σου κοινό πάντα. Άποψη εκφέρουν, όταν δεν τους αρέσει κάτι;

Ναι! Όπως έγινε με το τραγούδι «το σαλιγκάρι». Τη δική σου παραγγελιά! (Σ. Σ. Τι νομίζετε; Μόνο τα παιδιά κάνουν παραγγελιές; Καλόμαθα κι εγώ!!). Έλεγε για ένα σαλιγκάρι που έκανε βόλτα στην εξοχή, γνώρισε μια πασχαλίτσα που του πρότεινε να πάνε βόλτα στο βουνό κι αυτό έτσι όπως ήταν ευκολόπιστο την ακολούθησε – παρόλο που εγώ καθόλου δεν πιστεύω στα ηθικά διδάγματα στα παιδιά – και τελικά, είχε κακό τέλος. Το έπιασε ένας άνθρωπος, το έβαλε σ’ ένα πανέρι, η πασχαλίτσα δεν το βοήθησε και αυτό δεν ξαναγύρισε πίσω! Πάω λοιπόν στο ωδείο, το παίζω στα παιδιά. Μου λέει μια μπέμπα, η Δήμητρα «Τελείωσε; ” «Ναι! Πώς σας φάνηκε; ” – «Χάλια. Απαίσιο! Είναι δυνατόν να μην ξαναγυρίζει πίσω; Πώς το σκέφτηκες αυτό κυρία; Την άλλη εβδομάδα, θα το ξαναφέρεις καλό. ” «Πώς καλό; Τώρα έτσι έχει γραφτεί… ” «Να ανοίξει μια τρύπα στο πανέρι και να βγει! ”. Λέει ένας μπέμπης «Να βγούνε και τα άλλα σαλιγκάρια όμως…! ”.

Το πιο αστείο συνέβη, όταν το παρουσιάσαμε στους γονείς. Και στο τέλος συζητούσαμε «για ποιο λόγο δεν βοήθησε η πασχαλίτσα; ” όπου ακούστηκαν διάφορα, μεταξύ των οποίων ότι ήταν πιο μικρή η πασχαλίτσα, οπότε και να ‘θελε δεν μπορούσε, άλλος είπε ότι ήταν κακιά κι ένα είπε ότι η πασχαλίτσα «δούλευε για τον άνθρωπο, για να παρασέρνει σαλιγκάρια να τα μαζεύει αυτός! ” Πολύ ωραίο;!!

Χρησιμοποιείς πολύ τα ζώα ως χαρακτήρες στα τραγούδια σου..

Τα ζώα γενικώς, είναι το αγαπημένο μου θέμα αλλά στη φαντασία μόνο. Στην πραγματικότητα, δεν έχω καλή σχέση, τα φοβάμαι όλα, ακόμα και τις κότες!

Τελικά σε έπεισαν τα παιδιά; Θα ξαναγράψεις τραγούδια με θλιβερό τέλος;

Όχι. Όχι και τελεία. Έτσι κι αλλιώς, ο Χανς Κριστιαν Αντερσεν, δεν ήταν ποτέ η μεγάλη μου αδυναμία, αυτό το «κοριτσάκι με τα σπίρτα» κτλ. Επειδή αυτός είχε κακή παιδική ηλικία, τι φταίνε τα παιδιά;

Πάντως, ενώ μου είπες ότι δεν πιστεύεις στα ηθικά διδάγματα στο τραγούδι, όλα σου τα τραγούδια μιλούν για κάτι, τη φιλία, το όνειρο, τη γνώση, πάντα υπάρχει μια τρυφερή δεύτερη ανάγνωση.

Εγώ, ξέρω με πολύ μεγάλη σιγουριά ότι, αν ξεκινήσω να γράφω με στόχο να έχει δίδαγμα, σκεπτόμενη «θα εξυμνήσουμε τώρα τα αγαθά της φιλίας! ” θα βγάλω ένα πολύ κακό τραγούδι. Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να λειτουργήσω έτσι. Προτιμώ να δουλεύω πολύ με τα παιδιά στο επίπεδο της φαντασίας. Θεωρώ, ότι αυτό που έχει να μάθει ένα παιδάκι απ’ το προνήπιο ως τη β’ δημοτικού, που είναι οι τάξεις της μουσικής προπαιδείας, είναι να μπορεί να σπρώχνει τη φαντασία του παραπέρα. Γιατί τις νότες, τις αξίες, τα μεταλλόφωνα που μαθαίνουμε, μπορεί να τα μάθει και μεγαλώνοντας.

Αυτή η ηλικία, είναι ουσιαστικά το τέλος της παιδικής ηλικίας, αφού με το που πάνε στο σχολείο αρχίζουν άλλες διαδικασίες, καθαρά εμπειρικής αναζήτησης των πραγμάτων. Εγώ ελπίζω να καταφέρνω, να τα κρατάω ακόμα λίγο σ’ αυτή τη φάση της αθωότητας, που υπάρχει η μαγεία του άγνωστου και δεν είναι υποχρεωτικό – τουλάχιστον στη δική μου τάξη απαγορεύεται – να τα εξηγούμε όλα. Στο τραγούδι ειδικά, δεν χρειάζεται να τα εξηγείς όλα. Έτσι κι αλλιώς μεγαλώνοντας θα τα μάθουν. Αλλά είναι ωραία να κουδουνίζουν στο μυαλό σου μερικές λέξεις κι ας μην ξέρεις τι σημαίνουν ακριβώς.

Μερικές φορές, ο ήχος της λέξης σ’ ένα τραγούδι, έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ το νόημά της.

Άρα, δεν συμφωνείς με την άποψη που θέλει να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά σαν μεγάλους, να τους λέμε πάντα την αλήθεια..

Δεν ξέρω. Καταρχάς τα παιδιά τ’ αντιμετωπίζουν όλα πιο ελαφρά. Όλα. Και το θάνατο και την απώλεια και τον πόλεμο. Έχουν ένα δικό τους φίλτρο, το οποίο λέει «εδώ θα στεναχωρηθώ, αλλά θα πάω να παίξω και θα ξαναστεναχωρηθώ αύριο για το ίδιο θέμα». Γι’ αυτό και το θάνατο προσφιλών τους προσώπων τον αντιμετωπίζουν πιο εύκολα, π. χ. του παππού που λατρεύουν και δεν μπορούν χωρίς αυτόν, ωστόσο σε μια εβδομάδα είναι μια χαρά. Έχουν τους μηχανισμούς τους. Τη δική μας ικανότητα να εξηγήσουμε πράγματα καλά δεν ξέρω, όχι των παιδιών να τ’ αντιμετωπίσουν. » Μερικές φορές δηλαδή, η λέξη που θα χρησιμοποιήσουμε, μπορεί να πληγώσει το παιδί, πιο πολύ απ’ το συμβάν.

Διαφέρουν ως προς τη ψυχοσύνθεση τα παιδιά της επαρχίας από τα παιδιά της πόλης;

Είναι λίγο πιο ήρεμα. Είναι λογικό. Τα παιδιά στη Βέροια, δεν χρειάζεται να μπουν σ’ αυτοκίνητο. Δεν είναι αυτό απευθείας ένας λόγος να είναι πιο ήρεμα; Έπειτα, στην επαρχία, δεν είναι τόσο θύματα της μόδας τα παιδιά. Γιατί δεν το φοβούνται τόσο πολύ το «Θα μείνω πίσω»… Νομίζω ότι, στην Αθήνα, το φοβούνται λίγο παραπάνω.

Αλήθεια, πως επιλέξατε με τον σύζυγό σου τη Βέροια ως τόπο της καλλιτεχνικής σας δραστηριότητας, όταν είναι γνωστό πόσο μακρύς είναι ο δρόμος για την… αγοραστική δύναμη της Αθήνας;

Φαίνεται παράξενο, ειδικά αυτόν τον καιρό, όμως εμείς διαλέξαμε τη Βέροια για να μεγαλώσουμε ήσυχα τα παιδιά μας. Τώρα, στην πορεία… άλλαξαν τα πράγματα.

Όσο για το.. άγχος της επιτυχίας, εγώ δεν είμαι κι απ’ τους ανθρώπους που θα ‘λεγα «αν ήμουν στην Αθήνα, θα ‘χα γίνει γνωστή. ” γιατί δεν είμαι ο άνθρωπος που θα το κυνηγήσει. Αν ο Κώστας δεν με είχε παροτρύνει, δεν θα ‘χα κάνει κανένα cd. Τα τραγούδια ήταν έτοιμα και τα ‘χα στο συρτάρι. Για μένα βέβαια, είχαν ήδη κάνει τη δουλειά τους. Τα ‘παιζα στα παιδιά μου στο ωδείο, χαιρόμασταν όλοι πάρα πολύ, τα παρουσιάζαμε ζωντανά…. μια χαρά. Απλά, δεν έψαχνα το κάτι παρά πάνω. Κακώς βέβαια. Γιατί, είναι ωραίο πράγμα, αν εκτιμάς τη δουλειά σου, να της δίνεις και τη δυνατότητα να πάει παραπέρα. Κακά τα ψέματα, στην Αθήνα γίνονται περισσότερα πράγματα. Αλλά πιστεύω ότι όπου κι αν κάνεις μια συνέχεια από καλές δουλειές, κάποια στιγμή θα σε βρει ο κόσμος.

Ο σύζυγός σου, Κώστας Μπραβάκης, ο οποίος έχει και ο ίδιος μία πολύ αξιόλογη και πολυσύνθετη μουσική πορεία, ενορχηστρώνει τα τραγούδια σου. Τι νομίζεις ότι προσθέτει η παρουσία του στη μουσική σου δημιουργία;

Εγώ κάνω τα τραγούδια και δεν με απασχολεί καθόλου πως θα εξελιχθούν μετά στην ενορχήστρωση, ξέρω ότι ο Κώστας θα το δουλέψει με τον τρόπο που θα μ’ αρέσει εμένα έτσι κι αλλιώς. Όταν ζεις είκοσι χρόνια με έναν άνθρωπο μαζί, είναι φυσικό να κινείσαι στο ίδιο μήκος κύματος. Συνθέτης είναι η αρχική του δουλειά, έτσι κι αλλιώς. Εδώ λοιπόν, θα ‘μπαινε το διδακτικό που λέγαμε πριν, υπό την έννοια της διδασκαλίας της μουσικής. Το ότι ο Κώστας δημιουργεί τη συνθήκη, να προσφέρει ένα τραγούδι με την υπόστασή του, ένα μάθημα μουσικής στο παιδί.

Διάβασα μία συνέντευξη της Μαριανίνας Κριεζή, στην οποία, μιλώντας για το σύγχρονο παιδικό τραγούδι, επεσήμανε εύστοχα ότι τα παιδιά δεν ξέρουν πια ότι μπορούν να συγκινηθούν αλλά μόνο να κινηθούν. Τι νομίζεις ότι φταίει;

Oπωσδήποτε ζούμε στην εποχή του ρυθμού και της εικόνας. Τα παιδιά αναπαράγουν αυτά που βλέπουν, ιδίως στην τηλεόραση. Αυτό, είναι όμως ευθύνη των γονιών. Που θέλουν λίγο ελεύθερο χρόνο και ησυχία, και τα βάζουν μπροστά στην τηλεόραση και τ’ αφήνουν ώρες. Τα παιδιά ακούν ό, τι τους δίνουν. Εγώ στα δικά μου παιδιά, κάνω μάθημα, τους βάζω τον “Καρυοθραύστη” και βλέπω ότι τρελαίνονται και φωνάζουν όπως φωνάζουν ’άλλα παιδιά, όταν ακούν Shakira!

Τα παιδιά αγαπούν τη μουσική. Δεν κάνουν διαχωρισμούς. Γιατί να μη τους μιλήσει η μελωδία του Τσαϊκόφσκυ, που ό, τι δικό του και να βάλεις είναι μελωδικό και να τους μιλήσει άλλη, ενός τραγουδιού;

Εσύ όμως, ως μουσικοπαιδαγωγός, ξέρεις τον Τσαϊκόφσκι. Ο μέσος γονιός, πώς να επιλέξει; Εγώ όλο τα Ζουζούνια βλέπω στα δισκοπωλεία και αυτό το είδος κυρίως προβάλλεται ως παιδικό τραγούδι από τα μέσα.

Μα δεν είναι υποχρεωτικό το παιδί ν’ ακούει μόνο παιδικά τραγούδια. Εγώ καταλαβαίνω ότι οι γονείς ενημερώνονται κυρίως από τηλεόραση και τύπο για πέντε πράγματα, που τους τα πασάρουν ως «καλά» ή έστω ως «παιδικά». Συγχρόνως όμως, εδώ και χρόνια, η ΛΙΛΙΠΟΥΠΟΛΗ είναι μέσα στα πιο εμπορικά. Να μην το ξεχνάμε αυτό! Δείχνει ότι πάρα πολλοί άνθρωποι ψάχνουν και βρίσκουν.

Τρόποι άλλωστε, υπάρχουν. Βλέπεις ας πούμε το σήριαλ «Οι φρουροί της Αχαΐας», Συγκλονιστική μουσική. Νίκος Κυπουργός. Δεν χρειάζεται να το ξέρεις από αλλού, δες το από κει, έστω. Και μόνο που έχεις ακούσει αυτήν την καταπληκτική μουσική λες…. δε μπορεί! Αυτός θα ‘χει ωραίες μουσικές.

Άλλωστε, τώρα πια, με τα χιλιάδες cd που έχουν μοιράσει οι εφημερίδες, το να βάζεις και στο παιδί σου κάτι πιο εναλλακτικό, δεν είναι και τόσο δύσκολο. Ας πούμε, δεν πιστεύω ότι υπάρχει Έλληνας που δεν έχει από εφημερίδα ένα cd του Μότσαρτ! Απλά, οι μεγάλοι, κάνουν το διαχωρισμό πιο εύκολα. «Αυτό είναι κλασική μουσική, πιο δύσκολη, δεν είναι για μας». Γιατί υπάρχει η άποψη που λέει: «Η κλασική μουσική, είναι για ειδικούς, για σοβαρούς και για λίγους». Αν το έχεις παγιώσει μέσα σου αυτό 30-40 χρόνια, άντε να το αλλάξεις!

Δεν ξέρουν οι γονείς, ότι για το παιδί δεν ισχύουν αυτά τα στεγανά. Το παιδί προσλαμβάνει άμεσα, δεν το περνάει από φίλτρα να πει ότι η μουσική αυτή είναι δύσκολη για μένα. Μπορείς κάπου να το οδηγήσεις, αλλά το σίγουρο είναι ότι τα παιδιά είναι πιο δεκτικά από οποιονδήποτε.

Άμα στο σπίτι του ακούνε μόνο σκυλάδικα, τι ν’ ακούσει το παιδάκι;

Η νοοτροπία είναι που κάνει τη διαφορά. Είχε ο Κώστας μία μαθήτρια, η οποία ήταν καταπληκτική στην κιθάρα. Στην οικογένειά της μόνο σκυλάδικα άκουγαν. Της δίνει ο Κώστας κάποια στιγμή ν’ ακούσει Bach, και η μαμά της του είπε το εξής: «Το βάζουμε κάθε μέρα. Εμείς βέβαια, κλείνουμε την πόρτα, γιατί είναι αδύνατο να τ’ αντέξουμε αλλά το παιδί, μείνετε ήσυχος, τ’ ακούει κάθε μέρα!! ”

Ακόμα κι αυτό όμως, είναι ένας καλός τρόπος. Το είπε ο δάσκαλος κι άντε να τον’ ακούσουμε κι εμείς. Αλλά πολλοί λένε…. «άντε μωρέ. Τι είναι το παιδί μου, περιθωριακό ν’ ακούει τέτοια; ” Α υ τ ή είναι η πιο τραγική άποψη. Απορώ πώς, άνθρωποι – δε θα πω μορφωμένοι – αλλά που τους κόβει, που είναι στο εμπόριο, στην πιάτσα λένε κάτι τέτοιο. «Το παιδί μου θα είναι στο περιθώριο. ” Γιατί; Είκοσι τέτοια παιδάκια θα βρεθούν και θα γίνουν μια παρέα, με σίγουρα καλής ποιότητας διασκέδαση, και παιδιά που σίγουρα θα αναζητούν στη ζωή τους το ωραίο. Και θα προκόψουν.

Τελικά τι παίρνει ένα παιδί ακούγοντας ποιοτική μουσική;

Εφόδια για τη ζωή του. Δύναμη και κυρίως, ηρεμία. Σε μια εποχή, που η ηρεμία και η γαλήνη ως προσλαμβάνουσες, είναι ελάχιστες. Το παιδί κυρίως παίρνει απ’ το περιβάλλον του ένταση, θόρυβο, beat και άγχος. Στο οποίο βοηθούν οι γονείς… (γέλιο)…. με όλη τους την καρδιά. Απ’ τη μουσική, παίρνει διεξόδους γαλήνης.

Είμαστε έτσι αυστηρές με τους γονείς κι αναρωτιέμαι, σ’ αυτό το κράτος δεν ρίχνουμε καμία ευθύνη πια; Όλα δηλαδή εναπόκεινται στην προσπάθεια του γονιού, χωρίς να απαιτούμε καμία υποστήριξη από τον πλέον αρμόδιο;

Αυτή είναι τεράστια συζήτηση. Ας κοιτάξει πρώτα το κράτος τα βιβλία που πάνε στα δημοτικά! Υπάρχουν τόσα πολύ πιο «στοιχειώδη» πράγματα που προηγούνται – κατά τη γνώμη μου – της μουσικής παιδείας! Η μουσική είναι κάτι που σου μιλά από πριν να γεννηθείς – απ’ την κοιλιά, πριν γεννηθείς, αλλά αν το πεις, όλοι θα σκεφτούν «ας γίνουν πρώτα τα βασικά». Θεωρείται λίγο πολυτέλεια η μουσική, παρότι έχει θεραπευτικές δυνατότητες, είναι μέσο γαλήνης, ηρεμίας, ισορροπίας και παιχνίδι ακόμα! Κι αυτό μέσα είναι!

Και πολύ σοβαρή υπόθεση μάλιστα! Μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση στις ζωντανές σου παραστάσεις, πόσο διασκεδαστικό είναι το κλίμα. Ζητάς απ’ τα παιδιά, να συμμετέχουν ενεργά να κάνουν ήχους, γκριμάτσες, και γίνεται γλέντι, κανονικά! Είναι μία εμπειρική μέθοδος προσέγγισης αυτή;

Εμείς, από μικροί παίζαμε έτσι με τ’ αδέρφια μου, μετά με τα παιδιά μου στο σπίτι, και στο ωδείο με τα «μωρά». Η αρχή του να προσεγγίσεις ένα παιδί, είναι ίδια παντού είτε το παιδί έρθει στο ωδείο σα μαθητής, ή σαν κοινό σε μια συναυλία, είτε το βλέπεις στο πάρκο. Οπότε, πρέπει σαν εκπαιδευτικός, να βρίσκεις αυτούς τους εύκολους και αστείους τρόπους, αν θες να έχεις μαζί του επαφή, γιατί είναι πολύ σημαντικό το παιδί να γελάσει όταν σε γνωρίσει. Και πολύ καλό. Για σκέψου όλους τους ανθρώπους που τους θυμάσαι, ακριβώς επειδή σ’ έκαναν να γελάσεις, δεν είναι πολύ ωραίες αναμνήσεις αυτές; Η πρώτη εικόνα που έχει από σένα ένα παιδί, πρέπει να το κάνει να χαίρεται. Δε λέω να γίνεις κλόουν. Αλλά να το κάνεις να χαμογελάσει. Να χαρεί!

Έχεις ένα μοναδικό τρόπο να βλέπεις την πιο χαριτωμένη πλευρά στα πράγματα. Και με τα παιδιά σου υπάρχει αυτό το φοβερό χιούμορ. Θες να μου διηγηθείς ένα… οικογενειακό σας ανέκδοτο;

Η μεγάλη μου κόρη, είχε ένα φόβο με τον… Καρβέλα! Τον έβλεπε με τα μακριά μαλλιά και τη φοβίσαμε κι εμείς λίγο, «αν δεν είσαι καλό παιδί, θα σε πάρει ο Καρβέλας». Και ένα μεσημέρι, ήρθε κατενθουσιασμένη και μου ‘πε «Μαμά, μην ανησυχείς πια για τον Καρβέλα, τον έχουνε πιάσει κι είναι σε κλουβί». Είχε δει ένα video clip που είναι πίσω από τα κάγκελα…!

Να γυρίσουμε λίγο πίσω; Τι στάθηκε η αφορμή να γράψεις το πρώτο σου τραγούδι;

Το πρώτο πρώτο που έκανα ήταν ο Χιονάνθρωπος και ο Κούνελος, που έλεγε για ένα κουνέλι που έχασε το φίλο του το Χιονάνθρωπο Αυτό το είχα κάνει, για να στεναχωρώ τον αδελφό μου. Εγώ ήμουν 20 χρονών τότε κι αυτός 12 κι όποτε του το έπαιζα, τον έκανα να κλαίει! Και κλαίει ακόμα όταν το ακούει, είναι αστείο!

Από τις μουσικές σου μνήμες, τι καταλαμβάνει ιδιαίτερη θέση στην καρδιά σου; Ο Χατζιδάκις! Όλοι τον Χατζιδάκι λένε βέβαια. Αλλά, όλα του τα τραγούδια είναι τόσο ωραία! Είναι μερικά πράγματα που τα ξεχωρίζω τόσο πολύ. Η Λιλιπούπολη. Η Μαριαννίνα Κριεζή ας πούμε, στίχους, βιβλία, ό, τι έχει κάνει. Τη θεωρώ κορυφαία!

Παιδικό βιβλίο που αγάπησες;

Χιλιάδες!! Παλιά με τ’ αδέλφια μου, τη ΦΡΟΥΤΟΠΙΑ του Ευγένιου Τριβιζά, την ξέραμε απ’ έξω! Μοιράζαμε ρόλους και ξέραμε το κείμενο απ’ έξω!

Αλλά ήμουν και τυχερή, γιατί είχα έναν παππού, που μου είχε διαβάσει, νομίζω όλα τα παραμύθια που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα. Μου έλεγε χιλιάδες ιστορίες, παραμύθια, τραγούδια, απ’ όταν ήμουν 10 ημερών ως τα 35 μου που πέθανε! Αυτά λειτουργούν όλα μαζί και κάποτε βγαίνουν.

Έτσι φαίνεται, γιατί ετοιμάζεις και μία συγγραφική δουλειά..

Ναι! Στα «Πώς και τα γιατί», υπήρχε ένα τραγούδι, που λεγόταν «δεν είμαι δύο». Μάλλον προέκυψε από τα δύο καλαμάκια που βάζουμε στο ποτήρι που πίνει ένας, το «καλημέρα σας» που λέμε στον ένα άνθρωπο, γενικά, το μπέρδεμα που έχουν τα παιδάκια με τον πληθυντικό. Απ’ αυτό το τραγούδι, γεννήθηκε ένα παραμύθι, που μιλάει για ένα παιδάκι το οποίο, αντιλαμβανόμενο κάπως περίεργα όσα του έλεγαν οι μεγάλοι, σχημάτισε την εντύπωση ότι είναι δύο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θεώρησε υποχρεωμένος επειδή ο άλλος του εαυτός είναι κάπως κακούλης, ότι πρέπει να τον ξεφορτωθεί. Αυτό θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ και θα το παρουσιάσω ζωντανά μαζί με τραγούδια.

Στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας παραγωγής που έχετε στήσει με τον σύζυγό σου (www.outopos.gr) μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή μαζί σου και να παραγγείλει τα cd σου. Τα οποία στέλνεις σε μία ελάχιστη τιμή και συχνά… δωρεάν. Να εικάσω ότι ούτε η αντιγραφή σε βρίσκει αντίθετη;

Όχι! Διορίστηκε μια φίλη νηπιαγωγός στη Μυτιλήνη. Πήρε μαζί της τα δύο CD. Της το ζήτησαν κάποιοι νηπιαγωγοί αλλά δεν είχε να τους δώσει άλλα. «Να τ’ αντιγράψεις» της είπα. Νομίζω ότι όλοι το κάνουμε για τους φίλους μας. Έχουμε ένα ωραίο πράγμα και θέλουμε να το μοιραστούμε μαζί τους, είναι συνηθισμένο, το αντιγράφουμε και το δίνουμε. Εγώ χαίρομαι πολύ να δίνεται έτσι το CD. Δεν είναι τα τραγούδια, ειδικά τα παιδικά, για να βγάλεις λεφτά. Είναι για να τ’ ακούν τα παιδιά και να ευχαριστιούνται. Μακάρι να τ’ αντιγράψει όλη η Ελλάδα. Με την άδειά μου!!!