Στη μεγάλη και πανέμορφη λίμνη Με-πα-λί, ανάμεσα σε χιλιάδες ψαράκια, βατράχια, χελώνες, φύκια και νούφαρα γεννήθηκε κάποτε ένα χέλι.

Ένα χέλι τεράστιο που, όταν μεγάλωσε, ήταν τόσο μακρύ που μπορούσε, αν ήθελε, να βγάλει το κεφάλι του στη βόρεια όχθη της λίμνης και την ουρά του στη νότια!

Και τόσο φαρδύ που θα μπορούσες άνετα να το περάσεις για γεφυράκι.Και τόσο ασυνήθιστο στην όψη, που οι άνθρωποι το κοίταξαν από μακριά και είδαν

…ένα τέρας.

Και δεν πρόσεξαν λίγο καλύτερα να δουν τα όμορφα μάτια του, που ήταν πάντα γελαστά και χαρούμενα.

Κι αφού δεν κοίταξαν τα μάτια του, δεν μπόρεσαν καθόλου να φανταστούν πως κι η καρδιά του ήταν γλυκιά και τρυφερή σα μαρουλάκι.

Κι έβαλαν στην όχθη ταμπέλες:

ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΤΕΡΑΣ. ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΤΕ ΤΟ ΝΕΡΟ

Και δεν πλησίαζε κανείς.

Έτσι το χέλι μεγάλωνε χωρίς να έχει δει ποτέ του άνθρωπο. Αλλά ούτε κι όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι της λίμνης Με-πα-λί είχαν δει ποτέ άνθρωπο. Σ’ ολόκληρη τη λίμνη μόνο μια γριά χελώνα είχε δει πολύ-πολύ-πολύ παλιά έναν άνθρωπο, αλλά μετά από τόσα χρόνια ούτε που τον θυμόταν πια καλά-καλά.

Ώσπου μια μέρα έπεσε στα νερά εκείνη η φωτογραφία.
Την έφερε ο αέρας;
Έπεσε από κανένα αερόστατο;
Ή μήπως την κουβαλούσε κανένα πουλί και την άφησε πάνω από τη λίμνη;
Ποιος ξέρει;
Μια μέρα, πάντως, έπεσε στη λίμνη μια φωτογραφία.
Τα ψάρια μαζεύτηκαν και κοίταζαν με θαυμασμό.
Τι όμορφο πλάσμα!!!
Τι να είναι, άραγε;

“Μάλλον θα είναι αρκούδα”, είπε ένα βατράχι. “Η μαμά μου λέει ότι η αρκούδα είναι ζώο, όρθιο και τριχωτό. ‘Αρα, είναι αρκούδα!”

“Όχι, δεν είναι αρκούδα”, είπε ένα νερόφιδο! “Οι αρκούδες, λέει ο μπαμπάς, είναι άγριες, και μπορεί να σε φάνε, ενώ αυτό, κοιτάξτε το, είναι όμορφο και γλυκούτσικο, σχεδόν εξωτικό! Θα είναι πιγκουίνος!”

Ακούστηκαν κι άλλες πολλές τέτοιες σοφές σκέψεις κι ύστερα ανέβηκε από το βυθό η γριά χελώνα.
“Μην κουράζεστε άδικα”, είπε, “δεν είναι ούτε αρκούδα ούτε πιγκουίνος. Δεν είναι καν ζώο ούτε ψάρι. Είναι άνθρωπος”.

Αυτό έκανε φοβερή εντύπωση.
Μετά ξανακοίταξαν τη φωτογραφία.
“Ώστε λοιπόν έτσι μοιάζουν οι άνθρωποι;”
“Έτσι!”
“Ωραίοι είναι!” είπε ένας βάτραχος. “Και γιατί δεν ζουν εδώ μαζί μας, μέσα στη λίμνη;”
“Γιατί δε μπορούν”, είπε η χελώνα. “Δεν είναι καλοφτιαγμένοι, έχουν ένα ελάττωμα στην κατασκευή τους: αν μείνουν στο νερό παραπάνω από 4-5 λεπτά, μπορεί να σκάσουν”.

Τα ψάρια δεν το πίστευαν, πιο αστείο πράγμα δεν είχαν ξανακούσει. Τι ασυνήθιστο πλάσμα ο άνθρωπος, να μπορεί να ζήσει έξω απ’ το νερό, πράγμα τόσο, μα τόσο δύσκολο, κι όχι μέσα σ’ αυτό! Θα άξιζε πραγματικά να γνωρίσουν από κοντά ένα τέτοιο αστείο κατασκεύασμα της φύσης!

Πιο πολύ απ’ όλους, όμως, λαχτάρησε να γνωρίσει τους ανθρώπους το χέλι.
Και κάθε μέρα έβγαζε το κεφάλι του από τη λίμνη και κοίταζε γύρω-γύρω.

Κοίταζε από δω,
κοίταζε από κει,
ξανακοίταζε από δω,
ξανακοίταζε από κει…
αλλά άνθρωπο δεν κατάφερνε να δει.

Μια μέρα ένα ψαράκι του είπε:
“Μάλλον βρίσκεσαι πάντα στη λάθος πλευρά. Όταν εσύ είσαι από τη μια πλευρά της λίμνης, οι άνθρωποι θα είναι σίγουρα από την άλλη!”
“Αν όμως είχα ακόμα ένα κεφάλι στην ουρά μου, τότε σίγουρα θα τα κατάφερνα να τους δω”, σκέφτηκε το χέλι.

Κι έτρεξε στη νεράιδα της λίμνης να της ζητήσει αυτή τη μικρούλα χάρη.
Θα μου βάλεις ένα κεφάλι στην ουρά;
Να σου βάλω και πέντε κεφάλια, άμα θέλεις, είπε η νεράιδα, αλλά μετά δεν θα μοιάζεις και πολύ με χέλι!
Ναι, αλλά έτσι θα καταφέρω να δω τους ανθρώπους κι αυτό είναι που θέλω πιο πολύ απ’ όλα!

Η νεράιδα έδωσε στο χέλι το δεύτερο κεφάλι και, με τα δυο του κεφάλια, ένα στο λαιμό κι ένα στην ουρά, το χέλι κοίταζε ώρες ολόκληρες γύρω-γύρω στις όχθες της λίμνης.

Κοίταζε από δω,
Κοίταζε από δω,
κοίταζε από κει,
ξανακοίταζε από δω,
ξανακοίταζε από κει…
αλλά άνθρωπο δεν κατάφερε να δει.

Γιατί οι άνθρωποι κοίταξαν με τα κιάλια τους από μακριά και είδαν τώρα
…ένα δράκο με δύο κεφάλια.
Κι ούτε που φαντάστηκαν τη λαχτάρα του να τους γνωρίσει.
(και να τη φανταζόταν όμως, άραγε θα άλλαζε κάτι;…)

Και ξετύλιξαν πίσω απ’ τις ταμπέλες συρματόπλεγμα χοντρό κι αγκαθωτό, μην πάει κανείς και πλησιάσει τη λίμνη με το επικίνδυνο τέρας.

Πέρασε έτσι λίγος καιρός και το χέλι απογοητεύτηκε.
Πού ήταν επιτέλους οι άνθρωποι;
Πότε θα τους έβλεπε;
Να γνωριστούν;
Να γίνουν φίλοι;
Μα τι έφταιγε λοιπόν και δε κατάφερνε, παρόλο που είχε δυο κεφάλια, να συναντήσει τους ανθρώπους;

“Μάλλον κάτι έχουν τα μάτια σου, δεν εξηγείται αλλιώς. Ίσως δεν βλέπεις πολύ καλά”, είπε το ψαράκι. Αλλά τι να σου κάνουν δυο μάτια, όλα κι όλα! Να είχες δέκα, μάλιστα…”

Έτρεξε το χέλι στη νεράιδα της λίμνης να ζητήσει τα δέκα μάτια κι αυτή του είπε:
“Αν έχεις δυο κεφάλια και δέκα μάτια, η όψη σου θ’ αλλάξει εντελώς, δε θα μοιάζεις πια καθόλου με χέλι. Θέλεις να το κάνεις αυτό;”
“Ναι”, είπε το χέλι. “Γιατί πιο πολύ απ’ όλα θέλω να γνωρίσω τους ανθρώπους”.
Και η νεράιδα του ‘δωσε τα δέκα μάτια, πέντε στο ένα κεφάλι, πέντε στο άλλο.

Και κάθε μέρα έβγαζε τα δυο κεφάλια του με τα δέκα μάτια από τη λίμνη και κοίταζε ώρες γύρω-γύρω.

Κοίταζε από δω,
κοίταζε από κει,
ξανακοίταζε από δω,
ξανακοίταζε από κει…
αλλά άνθρωπο δεν κατάφερε να δει.

Γιατί οι άνθρωποι κοίταξαν με τα τηλεσκόπια από μακριά κι είδαν αυτή τη φορά ένα φρικτό τέρας της φύσης, με δυο κεφάλια και δέκα μάτια – ή μάλλον τρία κεφάλια κι είκοσι μάτια ή μήπως ήταν σαράντα πέντε κεφάλια και εκατόν εξήντα μάτια; (άλλος λέει έτσι, άλλος αλλιώς, οι πληροφορίες διαφέρουν)

Κι έβαλαν γύρω από τις ταμπέλες και το συρματόπλεγμα φρουρούς, οπλισμένους σαν αστακούς, μην και θελήσει το τέρας να βγει προς τα έξω.

Κι ύστερα ανησύχησαν και μαζεύονταν συχνά γύρω από τη λίμνη και φώναζαν πολύ.
Τι θα γίνει πια;
Πώς θα ζήσουν μ’ αυτό το φόβο;
Γιατί να μην μπορούν να πλησιάσουν τη λίμνη;
Τι θα κάνουν μ’ αυτό το άθλιο κι επικίνδυνο τέρας που τρομοκρατεί την περιοχή;

Έτσι το χέλι έγινε θρύλος.
Ένας θρύλος που έκανε το γύρο του κόσμου.
Κι ήρθαν ένα σωρό γενναίοι και δυνατοί να το εξοντώσουν, αλλά ούτε στο συρματόπλεγμα δεν κατάφεραν να φτάσουν.
“Όχι”, είπαν οι φρουροί, “δεν περνάει κανείς, είναι πολύ επικίνδυνο”.

Κι ένα βράδυ με πανσέληνο ένας γενναίος και δυνατός και αποφασισμένος να σώσει τον κόσμο από το τέρας, πέρασε κρυφά τους φρουρούς, πέρασε το συρματόπλεγμα, πέρασε και τις ταμπέλες και στάθηκε στην όχθη.
“Εδώ είμαι,τέρας”, φώναξε. “Ήρθα να παλέψουμε. Βγες αν τολμάς!”

Το χέλι είδε τον άνθρωπο και κόντεψε να τρελαθεί απ’ τη χαρά του -αν και δεν κατάλαβε καθόλου τη γλώσσα που μιλούσε.
Βγήκε γρήγορα-γρήγορα στην όχθη και φώναξε:
“Χαίρομαι τόσο πολύ που σε γνωρίζω, νόμιζα πως ποτέ δεν θα καταφέρω να δω άνθρωπο”.
Κι έτρεξε προς το μέρος του να τον αγκαλιάσει.

Ο άνθρωπος βλέποντας το τέρας να έρχεται κατά πάνω του, βγάζοντας περίεργους ήχους, όρμησε κι αυτός μπροστά, να πολεμήσει.
Αλλά από τη μεγάλη του φόρα -ή ίσως κι από κάποιο φόβο- γλίστρησε, παραπάτησε, έκανε μια τούμπα, χτύπησε σε μια πέτρα κι έπεσε αναίσθητος στο νερό.
Τι ατυχία φοβερή για έναν άνθρωπο που ήθελε να σώσει το κόσμο απ’ το τέρας!

Το χέλι θυμήθηκε τα λόγια της χελώνας. Κι αν μέσα στο νερό ο άνθρωπος σκάσει;
Τι ατυχία φοβερή, για ένα χέλι που λαχταρούσε τόσο πολύ να γνωρίσει τους ανθρώπους!
Το χέλι έσκυψε γρήγορα στο νερό, έπιασε τον άνθρωπο απαλά και τον έβγαλε στην όχθη. Κι ύστερα κάθισε δίπλα και περίμενε.

Όταν ο άνθρωπος ξύπνησε, το χέλι ήταν ακόμα εκεί.
Και περίμενε.
Αυτή τη φορά ο άνθρωπος το κοίταξε από κοντά.
Κι αφού κοίταξε προσεχτικά, είδε καλά.
Είδε τα όμορφα μάτια του, που ήταν γελαστά και χαρούμενα.

Και δεν φοβόταν πια.

Κι άρχισαν να μιλάνε.
Χωρίς όμως να καταλαβαίνει καθόλου ο ένας τον άλλο.

-Λυπάμαι τόσο πολύ που ήρθα ως εδώ για να σε σκοτώσω, είπε ο άνθρωπος.
-Χαίρομαι τόσο πολύ που ήρθες ως εδώ για να με γνωρίσεις, είπε το χέλι.
-Πρέπει να σε προστατέψω, είπε ο άνθρωπος. Δε πρέπει να σε δει ποτέ κανείς!
-Πρέπει να φέρεις μια μέρα κι άλλους ανθρώπους, είπε το χέλι. Να γνωριστούμε.
-Φοβάμαι μήπως σε πειράξουν…
-Θα γίνουμε όλοι φίλοι…
-Δεν πρέπει να πλησιάσει ποτέ κανείς εδώ…
-Και θα ζούμε όλοι μαζί ευτυχισμένοι…

Ο άνθρωπος βγήκε από τη λίμνη και δεν είπε σε κανέναν τι είχε δει εκεί.
Είπε μόνο: “Είναι φοβερό! Η λίμνη είναι μολυσμένη! Γεμάτη μεταλλαγμένα όντα, φίδια με χέρια και πόδια, ψάρια με φτερά νυχτερίδας, χελώνες με τρία καβούκια, βατράχια με ουρές γοργόνας!!! Φύγετε μακριά!!!”
Κι οι άνθρωποι τον πίστεψαν.
Γιατί οι άνθρωποι συνήθως πιστεύουν πιο εύκολα το κακό, παρά το καλό.
Και τους είναι πιο εύκολο να φανταστούν τις χελώνες με τα τρία καβούκια, παρά το πελώριο χέλι με τα όμορφα και γελαστά μάτια.

Κι έβαλαν κι άλλες ταμπέλες. Κι άλλο συρματόπλεγμα χοντρό κι αγκαθωτό. Κι άλλους φρουρούς, οπλισμένους σαν αστακούς.

Κι ύστερα ξέχασαν τη λίμνη Με-πα-λί, λες και δεν ήταν εκεί.
Ξέχασαν και το τέρας με τα ογδόντα κεφάλια και τα χίλια μάτια.
Και τα μεταλλαγμένα όντα.
Και τα φίδια με τα χέρια και τα πόδια.
Και τα ψάρια με τα φτερά νυχτερίδας.
Και τις χελώνες με τα τρία καβούκια.
Και τα βατράχια με τις ουρές γοργόνας.
Κι ό,τι άλλο ήθελαν να ξεχάσουν…

Το χέλι έμεινε στη λίμνη, μόνο του και περίμενε.
Περίμενε τους ανθρώπους.
Μα οι άνθρωποι δεν ερχόταν.
Κι ήταν πάντα πολύ λυπημένο.

Ώσπου ένα βράδυ, χωρίς φεγγάρι, ο άνθρωπος κατάφερε πάλι να περάσει τους φρουρούς, τις ταμπέλες και τα συρματοπλέγματα.
Και στάθηκε στην όχθη.

Το χέλι τον είδε κι απ’ τη χαρά του δεν ήξερε τι να κάνει.
Βγήκε γρήγορα από το νερό κι έτρεξε να τον συναντήσει.
Κι άρχισαν να μιλάνε.
Χωρίς βέβαια να καταλαβαίνει καθόλου ο ένας τι έλεγε ο άλλος.
Αλλά αυτό δεν είχε πια και τόση σημασία.

Ήταν τόσο χαρούμενο εκείνο το βράδυ…

το χέλι της λίμνης ΜΕ_ΠΑ_ΛΙ είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου ιστορίες. Λόγω του θέματός του (του φλέγοντος και πάντα -δυστυχώς- επίκαιρου θέματος της προκατάληψης) θα ήθελα να το μοιραστώ με όσο το δυνατόν περισσότερους μικρούς -ή και μεγάλους- αναγνώστες γίνεται. Η σκέψη μου λοιπόν είναι μια ηλεκτρονική έκδοση. Όμως εγώ δεν ξέρω καθόλου να ζωγραφίζω, και μια σωστή παιδική ιστορία πρέπει να έχει ζωγραφιές. Αν λοιπόν κάποιος από σας, μικρός ή μεγάλος φαντάστηκε και εμπνεύστηκε μια ή και περισσότερες ζωγραφιές διαβάζοντας αυτή την ιστορία, θα τον παρακαλούσα να μου τις στείλει με e-mail στη διεύθυνση evaieropoulou[@]gmail.com. Θα ήταν καλό η ανάλυση των αρχείων να είναι όσο το δυνατόν καλύτερη ενώ μπορείτε να χρησιμοποιείσετε όποια από τις διαδεδομένες μορφές αρχείων εικόνας σας βολεύει. Ελπίζω να μπορέσουμε τελικά, όλοι μαζί, να φτιάξουμε μια όμορφη ηλεκτρονική έκδοση αυτού, του πολυαγαπημένου μου παραμυθιού…