Η Ρομίνα είναι δέκα χρονών και πηγαίνει στην τετάρτη δημοτικού. Είναι ένα χαρούμενο παιδί που μας αφηγείται τη ζωή του σε πρώτο πρόσωπο. Στο αθώο παιδικό της μυαλό ο κόσμος μας μοιάζει σαν μια ατέλειωτη σειρά από τυχαία γεγονότα: σήμερα είμαστε όπως είμαστε, ποιος ξέρει όμως τι θα προκύψει αύριο;

Η Ρομίνα μάς μιλάει για το σχολείο, το σπίτι της, την οικογένειά της, τις παραδόσεις της φυλής, αλλά και για τη δουλειά, τα χρήματα, τη σχέση της με τη φύση, τις διαφορές που αισθάνεται να τη χωρίζουν από τους συμμαθητές της και για τα κοινά που νιώθει να τους συνδέουν. Και μιλάει για όλα αυτά με τον ήρεμο και απλό τρόπο του μικρού παιδιού.

Δεν αξιολογεί, απλά περιγράφει. Κι αν σε πολλά σημεία αυτό που περιγράφει μας προκαλεί θλίψη ή συμπόνοια, δεν είναι αυτός ο σκοπός της. Η Ρομίνα δεν γκρινιάζει, δεν παραπονιέται, δεν θέλει να τη λυπηθούμε, δε νιώθει κατώτερη, δεν αισθάνεται αδικημένη. Απλά ο κόσμος της είναι διαφορετικός από αυτόν που εμείς θεωρούμε δεδομένο.

Όχι καλύτερος, όχι χειρότερος.

Διαφορετικός.

Την εικονογράφηση του παραμυθιού φιλοτέχνησαν τα παιδιά του οικισμού Δροσερό στην Ξάνθη. Το παραμύθι συνόδευε τον Οδηγό του Έργου ROMA ALERT!, που υλοποιήθηκε στα πλαίσια του Προγράμματος «Ελλάδα-Βουλγαρία 2007/2013».

romina_start-1360x595

Το σχολείο μου είναι στην άκρη της πόλης, στο ωραιότερο σημείο, σχεδόν ακουμπάει στην εξοχή. Οι συμμαθητές μου παραπονιούνται μερικές φορές γι αυτό, είναι λένε μακριά από το σπίτι και το πρωί πρέπει να περπατήσουν πολύ και κρυώνουν. Μερικές φορές τους φέρνουν με το αυτοκίνητο. Εγώ έρχομαι πάντα με τα πόδια και δε με πειράζει καθόλου. Μ´ αρέσει πολύ να περπατάω και ακόμα πιο πολύ να περπατάω στην εξοχή. Περπατάω γρήγορα και δεν αργώ στο σχολείο, γιατί η κυρία μαλώνει, αλλά έχει δίκιο. Το σχολείο δεν είναι καφενείο να πας όποτε θέλεις, πρέπει να πηγαίνεις στην ώρα σου.

Κι ούτε κρυώνω, γιατί είμαι μαθημένη από κρύο. Στο σπίτι μας καίμε τη σόμπα, αλλά το κρύο πάντα βρίσκει τρύπες και μπαίνει. Κι όταν σβήνουμε τη σόμπα για να κοιμηθούμε, τότε κάνει πολύ κρύο, εκείνη την ώρα πρέπει να σκεπαστείς καλά. Τη νύχτα τυλίγομαι με την κουβέρτα μου πολύ σφιχτά, γίνομαι σαν λουκάνικο. Έτσι κάνουν και τα μικρά, τα αδέρφια μου, και κοιμόμαστε δίπλα-δίπλα στο κρεβάτι, τέσσερα λουκάνικα. Το πρωί η μαμά ανάβει πάλι τη σόμπα, αλλά, μέχρι να ζεστάνει λίγο, εγώ είμαι στο δρόμο για το σχολείο. Μερικές φορές νομίζω πως στο δρόμο έχει περισσότερη ζέστη απ’ ότι στο σπίτι.

Το πιο ζεστό μέρος που ξέρω είναι το νοσοκομείο. Εκεί κάνει πολλή ζέστη και μετά το φαγητό σού δίνουν και γλυκό, που είναι ζελέ ή κρέμα. Αλλά στο νοσοκομείο πας όταν είσαι άρρωστος ή να κάνεις εμβόλιο, που πρέπει να σε τσιμπήσουν με μια βελόνα, οπότε καλύτερα να μου λείπει. Το εμβόλιο είναι απαραίτητο για τη ζωή σας, λέει η κυρία, όμως ας την τσιμπούσαν εκείνη και θα της έλεγα εγώ! Εγώ δεν θέλω καθόλου να με τσιμπάνε και πάντα κλαίω, εκτός από εκείνη τη φορά με το γιατρό-υπνωτιστή που είπε “κοίταξέ με στα μάτια και θα σε υπνωτίσω και δεν θα καταλάβεις τίποτα” κι εγώ τον κοίταξα στα μάτια και με υπνώτισε και καθόλου δεν πόνεσα. Αν ήταν όλοι οι γιατροί έτσι, καθόλου δεν θα με πείραζε να κάνω εμβόλια. Και τότε θα μου άρεσε το νοσοκομείο, ίσως ακόμα περισσότερο και από το σχολείο.

romina_2-1360x850

Στο σχολείο μαθαίνω ένα σωρό πράγματα. Μαθαίνουμε γλώσσα και ιστορία και γεωγραφία και μαθηματικά. Τα μαθηματικά είναι λιγάκι δύσκολα, αλλά η κυρία λέει ότι όποιος δεν ξέρει μαθηματικά δεν μπορεί να προκόψει στη ζωή του, ποτέ. Όλοι θα τον γελάνε και θα τον κλέβουν στο μέτρημα, όπως ας πούμε όταν του δίνουν τα ρέστα. Εμένα πιο πολύ μ’ αρέσει η μουσική και τα τεχνικά, που ζωγραφίζεις ένα σωρό πράγματα. Όμως και τα μαθηματικά τα μαθαίνω κι ας είναι δύσκολα, θέλω να προκόψω στη ζωή μου και να μη με κλέβουν στα ρέστα. Θέλω να τελειώσω το δημοτικό και μακάρι να πάω και στο γυμνάσιο. Η κυρία λέει ότι είμαι αρκετά καλούτσικη, άρα μάλλον θα πάω.

Εκτός αν τύχει κάτι άλλο, όπως ας πούμε κανένας γάμος, όπως στην ξαδέρφη μου τη Ρομίνα. Η Ρομίνα ερχόταν πέρυσι στο σχολείο μαζί μου, είναι όμως δύο χρόνια πιο μεγάλη. Μετά τη ζητήσανε από ένα χωριό στον κάμπο. Εγώ λυπήθηκα που δεν θα πηγαίνουμε πια μαζί στο σχολείο, αλλά η Ρομίνα χάρηκε πολύ. Και για το γάμο και για το σχολείο που το σταμάτησε, στο στομάχι της καθόταν, δεν τα κατάφερνε και πολύ. Ίσως όμως να έφταιγε και που είχε δάσκαλο, οι γυναίκες είναι πιο ταιριαστές για δασκάλες, έτσι νομίζω εγώ. Οι κύριοι είναι πιο σοβαροί και πιο αυστηροί. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Άμα του χρόνου μας βάλουν κύριο, θα δω.

Η Ρομίνα παντρεύτηκε το καλοκαίρι. Ήταν ένας γάμος πολύ ωραίος, με πολύ κόσμο, πολλά τραπέζια και πολλά όργανα, πιο ωραίο όμως ήτανε το γλέντι στο χωριό του γαμπρού. Εκείνοι έχουν πιο πολλά λεφτά, είπε η μαμά, έδωσαν και μεγάλη προίκα. Πήραν του γαμπρού και μηχανάκι, να πηγαίνουν όπου θέλουν με τη Ρομίνα, και άμα ήθελε θα του έπαιρναν και αυτοκίνητο, αλλά αυτός είναι μόνο δεκαπέντε, πώς θα βγάλει άδεια; Νοίκιασαν και κέντρο για το γλέντι, με πολλά όργανα κι έναν τραγουδιστή που ήρθε από τη Γερμανία, μεγάλη φίρμα, τραγουδάει σε ταβέρνα και κούκλος!!!, όλες αυτόν κοιτούσαν. Κι αυτός, κοίταζε μια τη μία, μια την άλλη, και νάζια με το μικρόφωνο και αφιερώσεις, ώσπου θύμωσε κάποιος απ’ το σόι του γαμπρού και θα γινότανε μεγάλη φασαρία. Αλλά ευτυχώς δεν έγινε. Θα χαλούσε όλο το γλέντι και ο χορός. Εμείς με τα άλλα παιδιά χορέψαμε και τα δύο βράδια ως το πρωί, αλλά το τρίτο βράδυ πέσαμε ξεροί. Νόμιζα πως όταν είσαι χαρούμενος δεν κουράζεσαι ποτέ, όμως έκανα λάθος.

romina_3-1360x850

Τώρα η Ρομίνα μένει στον κάμπο. Μπορεί να κάνει και παιδί, λέει η μαμά. Δεν τη βλέπω και τόσο συχνά κι όταν πάμε εκεί στο σπίτι της δεν παίζει μαζί μου, ούτε με τ’ αδέρφια μου, ούτε με τα δικά της αδέρφια, τα μικρά, μόνο κάθεται με τις μαμάδες, κερνάει γλυκό και καφέ και λένε και το φλιτζάνι. Τώρα κάνει τη μεγάλη και ξέχασε που ως πέρυσι πηγαίναμε στο σχολείο μαζί και στο δρόμο κλωτσούσαμε τις πέτρες να δούμε ποια θα φτάσει πιο μακριά. Και που η δική της πέτρα έσπασε εκείνο το τζάμι και μετά τρέχαμε γρήγορα γρήγορα μη μας πιάσουν και αλίμονό μας. Και που πέταξε τη μπάλα της Μαρίας δυνατά κι έσκασε (η μπάλα, όχι η Μαρία) και μετά μαζεύαμε δυο μήνες λεφτά για να την ξαναγοράσουμε. Και που μας μοίρασαν στο σχολείο ροδάκινα κι όποιος δεν τα ήθελε τα δικά του τα τρώγαμε εμείς και μετά μας πονούσε η κοιλιά δυο μέρες.

Μου αρέσουν πολύ τα ροδάκινα, είναι γλυκά, ζουμερά κι έχουν υπέροχο άρωμα. Αλλά όταν τα μαζεύεις, φέρνουν μεγάλη φαγούρα. Το λέω από πείρα, το καλοκαίρι πάντα μαζεύουμε ροδάκινα, είναι σίγουρο μεροκάματο. Πηγαίνουμε όλη η οικογένεια και μένουμε στον κάμπο αλλά ευτυχώς γυρίζουμε πριν αρχίσουν τα σχολεία, που τελειώνουν και τα ροδάκινα. Δηλαδή, για να λέμε την αλήθεια, δεν τελειώνουν όλα τα ροδάκινα, έχει κάτι άλλα που βγαίνουν λίγο πιο αργά, αλλά αυτά ας τα μαζέψουν άλλοι, εμείς αρκετά λεφτά βγάλαμε.

“Και τα λεφτά χρειάζονται, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου τύχει”, λέει ο μπαμπάς. Πάντως εμείς τα πολλά λεφτά δεν τα χρειαζόμαστε. Δεν ξοδεύουμε πολλά. Εμένα τα λεφτά ούτε που με νοιάζουν, ούτε τα ρούχα και τα τέτοια. Όταν μεγαλώσω, το ξέρω πως θα με νοιάζουν κι αυτά, αλλά τώρα όχι. Λεφτά χρειάζομαι μόνο για τα πράγματα του σχολείου, αυτά δηλαδή που δεν σου τα δίνουν και πρέπει να τα αγοράζεις μόνος σου, τα τετράδια, τα μολύβια, σβήστρες, ξύστρες, ντοσιέ, χάρτες, γεωμετρικά όργανα, μπογιές, μπλοκ, φόρμες για τη γυμναστική, δεν είναι και λίγα, ένα σωρό πράγματα! Κι άμα δεν έχουμε αρκετά για πάω σε καμιά μακρινή εκδρομή, απ’ αυτές που πηγαίνεις με τα λεωφορεία, δεν χάθηκε ο κόσμος, δεν στεναχωριέμαι.

romina_4-1360x468

“Για τίποτε δεν αξίζει να στεναχωριέσαι, η ζωή είναι μικρή”, έλεγε ο θείος μου. Δεν ξέρω αν το έλεγε γενικά ή μόνο για τη δική του τη ζωή, πάντως, αν το έλεγε γι αυτόν, κάτι ήξερε, γιατί τελικά πέθανε πολύ νέος. “Για τίποτε δεν αξίζει να στεναχωριέσαι”, λέω κι εγώ (αλλά το υπόλοιπο δεν το λέω, καλού-κακού, μην τύχει και καμιά γρουσουζιά). Κι άμα καμιά φορά με μαλώσει η μαμά, ή άμα βάλει η κυρία καμιά τιμωρία, ή άμα τσακωθώ με κάποια φίλη και μετά δεν με παίζει, λέω “για τίποτε δεν αξίζει να στεναχωριέσαι” και πάω μια βόλτα στην εξοχή.

Κι όταν βρεθώ έξω, μακριά από την πόλη και τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια και τις πολυκατοικίες και τα μαγαζιά και τους ανθρώπους και τα στενά πεζοδρόμια και τις κόρνες και τα φρεναρίσματα και τη φασαρία, τότε μου φαίνεται πως γίνομαι ένα με τη γη. Τα πόδια μου χορταίνουν χώμα, τα μάτια μου γεμίζουν χρώματα, στ’ αυτιά μου βουίζουν μέλισσες, η μύτη μου ευχαριστιέται μυρωδιές, χορτάρι και λουλούδια. Όλα μου φαίνονται μακρινά. Κανένα εμπόδιο δεν στέκεται μπροστά μου, τίποτα δεν μου κρύβει τον ήλιο. Σ’ ολόκληρη τη γη λες κι είμαι μόνο εγώ. Εγώ και ο ήλιος ψηλά στον ουρανό. Εδώ είμαι χαρούμενη. Είμαι ανάλαφρη. Είμαι σαν πουλί, έτοιμο να πετάξει.

romina_end1-1360x595